Συνηθίζαμε να ζούμε αργά
σε καιρούς ειρήνης.
Ο,τι χανόταν το βρίσκαμε στο τέλος,
η ζωή ήταν ένα ασφαλές μέρος για να ζήσεις,
και επίσης, για να σβήσεις οικειοθελώς.
Ο Θεός μας ερχόταν στο νου στις όμορφες περιστάσεις,
στη δυστυχία, του ζητούσαμε
να μας έχει στο νου του… και ο Θεός το έκανε!
Η ζωή μας-
μια κερδισμένη ώρα σε ρυθμισμένο χρόνο
ήταν η αναβολή του πολέμου…
Η πολυτέλεια της πρωινής τεμπελιάς,
η ήρεμη τελετουργία της παρασκευής καφέ,
οι αγάπες μας είχαν περιθώριο ν’ αγαπηθούν,
τα βιβλία μας μισοτελειωμένα,
τα ίδια παιχνίδια πάνω στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο ξανά και ξανά,
οι πατεράδες μας γερνούν στις φωτογραφίες,
οι γελοίοι καβγάδες μας,
τα εξωτερικά μας ερείπια –
κάθε μέρα μια πρωταπριλιά!
Συνηθίζαμε να πεθαίνουμε αργά σε καιρούς ειρήνης
τηρώντας τη σωστή σειρά:
από τους γέρους προς τους νέους,
έχοντας μια ολόκληρη ζωή να παραπονεθούμε
για την σταδιακή μείωση του παλμού των καρδιών μας
σε καλά εξοπλισμένα νοσοκομεία
σχεδιασμένα για μια αξιοπρεπή ζωή.
_Μετάφραση από τα αγγλικά: Ευσταθία Π.